βοῆς

βοῆς
βόειος
of an ox
fem gen sg (attic epic ionic)
βοάω
cry aloud
pres ind act 2nd sg (doric)
βοάω
cry aloud
pres ind act 2nd sg (epic doric ionic)
βοείη
of an ox
fem gen sg (attic epic ionic)
βοεύς
rope of ox-hide
masc nom pl
βοεύς
rope of ox-hide
masc nom/voc pl
βοή
loud cry
fem gen sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοῇς — βόειος of an ox fem dat pl (epic ionic) βοάω cry aloud pres subj act 2nd sg (doric) βοάω cry aloud pres ind act 2nd sg (doric) βοάω cry aloud pres subj act 2nd sg (epic ionic) βοείη of an ox fem dat pl (epic ionic) βοή loud cry fem dat pl (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηδυβόης — ἡδυβόης, δωρ. τ. ἁδυβόας, ὁ (Α) αυτός που ηχεί γλυκά, γλυκύφθογγος, γλυκόλαλος («ἁδυβόᾳ... αὐλῶν πνεύματι», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ * + βοής (< βοή), πρβλ. εγερσι βόης, οξυ βόης] …   Dictionary of Greek

  • λεπτοβόης — λεπτοβόης, ὁ (Α) αυτός που έχει λεπτή, αδύναμη φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < λεπτ(ο) * + βόης(< βοή), πρβλ. ηδυ βόης, οξυ βόης] …   Dictionary of Greek

  • αμβρόσιος — I (Saint Ambrose, Τρέβιρα 340 – Μιλάνο 397 μ.Χ.). Άγιος και διδάσκαλος της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας. Γιος Ιταλών χριστιανών, σπούδασε στη Ρώμη νομικά, λατινική και ελληνική φιλολογία και διορίστηκε διοικητής της Λιγυρίας Εμιλίας με έδρα το Μιλάνο …   Dictionary of Greek

  • αντίβουο — το 1. αντήχηση βοής, βουητού 2. βουητό που έρχεται από μακριά …   Dictionary of Greek

  • βοή — και βουή, η (AM βοή, Α και βοά, δωρ. τ.) 1. δυνατή φωνή, δυνατός ήχος 2. κραυγή, ιδίως θρηνητική 3. συγκεχυμένος θόρυβος 4. υπόκωφος, βαρύς ήχος 5. ο ήχος των κυμάτων νεοελλ. 1. βόμβος, βούισμα 2. δυσφήμηση 3. (σε κατάρα) ξαφνικό κακό αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • γερουσία — Συνέδριο γερόντων, συνήθως αριστοκρατικής καταγωγής, που συσκέπτονται για τα κοινά ως πολιτικό σώμα. Ο θεσμός της γ. είναι πολύ παλιός και η πρώτη γνωστή σε μας γ. ήταν οι γέροντες στα προομηρικά και ομηρικά χρόνια που συμβούλευαν τον άνακτα και… …   Dictionary of Greek

  • δίχα — (AM) [δις] (πρόθεση) (με γεν.) χωρίς (α. «δίχα θορύβου και βοῆς» β. «ἀνθρώπων δίχα» χωρίς ανθρώπους γ. «μόνη, φασγάνου δίχα» μόνη, χωρίς ξίφος) αρχ. Ι. επίρρ. 1. σε δύο μέρη, χωριστά (α. «πλευροκοπῶν δίχα ἀνερρήγνυ» χτυπώντας στα πλευρά, έκοβε… …   Dictionary of Greek

  • επικελαδώ — ἐπικελαδῶ, έω (ποιητ. τ.) (Α) επιδοκιμάζω κάτι διά βοής, επευφημώ («ὧς Ἕκτωρ ἀγόρευ’, ἐπὶ δὲ Τρῶες κελάδησαν», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κελαδώ «φωνάζω δυνατά»] …   Dictionary of Greek

  • επικραυγάζω — ἐπικραυγάζω (Α) [κραυγάζω] 1. κραυγάζω 2. επιδοκιμάζω διά βοής, με κραυγές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”